Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2018

Η οδός Ασκληπιού κάπου στον χωροχρόνο

Εικόνα
Δεν ξέρω γιατί το ποίημα: Οδός Ασκληπιού της Μαρίας Χρονιάρη μου φέρνει στον νου  τον Περικλή Γιαννόπουλο να συζητά με τον Κωστή Παλαμά ή να συναντά, ανέλπιστα, τη Σοφία Λασκαρίδου,  στην  οδό Ασκληπιού, κάπου στον χωροχρόνο.

Ίσως γιατί  οι δύο τους-Παλαμάς και Γιαννόπουλος-, καθ' ομολογίαν του Παλαμά, συνήθιζαν να κάνουν περιπάτους και να συζητούν για την πολιτική κατάσταση της χώρας, κάνοντας αναλύσεις και επισημάνσεις για την έλλειψη της ηγετικής φυσιογνωμίας  που θα εκπλήρωνε τις προσδοκίες και τους στόχους που είχε θέσει ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάταση της Ελλάδας. Στόχοι,  που η υλοποίησή τους θα έβγαζε τη χώρα από το τέλμα στο οποίο είχε περιπέσει μετά την βαριά ήττα κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.

Περιπατώντας, λοιπόν,  ένα ωραίο καλοκαιρινό δειλινό,τότε στα 1909, λίγο μετά το Κίνημα στο Γουδί(Αύγουστος 1909), όχι στην οδό Ασκληπιού, αλλά στο Ζάππειο, ο Περικλής Γιαννόπουλος, θα κάνει λόγο, ως προφήτης, στον Κωστή Παλαμ…

"Εαρινή Συμφωνία" (απόσπασμα), Γιάννης Ρίτσος

Εικόνα
Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά από πολύ βαθιά. Απ’ τα χείλη των παιδιών απ’ την άγνοια των χελιδονιών απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες των ταπεινών σπιτιών. 
Άκου τα σήμαντρα των εαρινών εκκλησιών. Είναι οι εκκλησίες που δε γνώρισαν τη σταύρωση και την ανάσταση. 
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες του Δωδεκαετούς που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα της επερχόμενης Μαγδαληνής. 
Χριστέ μου τι θα ‘τανε η πορεία σου δίχως τη σμύρνα και το νάρδο στα σκονισμένα πόδια σου;». Γιάννης Ρίτσος Απόσπασμα από την Εαρινή Συμφωνία

Χαμόγελο, Κώστας Καρυωτάκης

Εικόνα
Χαμόγελο

        Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
        ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
        ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι
.


Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.

Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της, τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.              Κ. Γ. Καρυωτάκης, 1919